Γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT)

Σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορές αλληλεπιδρούν. Η CBT εξετάζει πώς μπορούμε να αλλάξουμε κύκλους που μας δυσκολεύουν.
Πώς λειτουργεί;
Ο θεραπευόμενος και ο ειδικός εντοπίζουν συγκεκριμένα προβλήματα, καταγράφουν σκέψεις και δοκιμάζουν νέους τρόπους αντίδρασης. Μπορεί να υπάρχουν μικρές ασκήσεις ανάμεσα στις συνεδρίες, όπως η παρατήρηση μιας ανησυχίας ή η σταδιακή επιστροφή σε δραστηριότητες.
Τι χρειάζεται να γνωρίζουμε;
Η CBT χρησιμοποιείται συχνά στην κατάθλιψη και σε διάφορες αγχώδεις διαταραχές, με προσαρμογές ανάλογα με το πρόβλημα. Δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει απλώς να «σκέφτεται θετικά»: στόχος είναι να εξετάζει τις σκέψεις του με μεγαλύτερη ακρίβεια και να αποκτά πρακτικές δεξιότητες.
Ο φαύλος κύκλος που συντηρεί μια δυσκολία
Ένας άνθρωπος που φοβάται ότι θα εκτεθεί σε μια κοινωνική συνάντηση μπορεί να σκεφτεί «θα πω κάτι ανόητο», να νιώσει έντονη αμηχανία και τελικά να ακυρώσει την έξοδό του. Η αποφυγή προσφέρει πρόσκαιρη ανακούφιση, αλλά στερεί την ευκαιρία να διαπιστώσει τι θα συνέβαινε πραγματικά. Στη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, σκέψη, συναίσθημα, σωματική αντίδραση και πράξη εξετάζονται ως μέρη του ίδιου κύκλου, όχι ως ανεξάρτητα προβλήματα.
Η δουλειά δεν είναι να αντικατασταθεί κάθε αρνητική σκέψη με μια ευχάριστη. Ο θεραπευόμενος μαθαίνει να ξεχωρίζει την πρόβλεψη από το γεγονός, να αναγνωρίζει υπεργενικεύσεις και να δοκιμάζει πιο λειτουργικές αντιδράσεις. Ένα μικρό «πείραμα» στην καθημερινότητα μπορεί να αποδειχθεί πιο διαφωτιστικό από πολλές ώρες ανακύκλωσης της ίδιας ανησυχίας.
Τι συμβαίνει από συνεδρία σε συνεδρία
Η CBT έχει συνήθως σαφείς στόχους, τους οποίους ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος επανεξετάζουν. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν καταγραφές καταστάσεων, ασκήσεις σταδιακής έκθεσης, τεχνικές επίλυσης προβλημάτων ή δραστηριότητες που βοηθούν έναν άνθρωπο να ξαναβρεί ρυθμό. Η μορφή και η διάρκεια εξαρτώνται από τη δυσκολία, την έντασή της και τις προτιμήσεις του ατόμου.
Η θεραπευτική σχέση παραμένει σημαντική, ακόμη κι όταν το πρόγραμμα φαίνεται πρακτικό και δομημένο. Χρειάζεται να υπάρχει χώρος για ερωτήσεις, διαφωνίες και προσαρμογές. Αν μια άσκηση προκαλεί υπερβολική δυσφορία ή δεν ταιριάζει στις συνθήκες ζωής του θεραπευόμενου, αυτό είναι πληροφορία που πρέπει να συζητηθεί — όχι ένδειξη ότι εκείνος «απέτυχε».
Μια συχνή ερώτηση
Χρειάζεται να μιλάμε συνεχώς για το παρελθόν;
Όχι απαραίτητα. Η CBT συχνά ξεκινά από ένα συγκεκριμένο πρόβλημα του παρόντος και από όσα το διατηρούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοεί τις προηγούμενες εμπειρίες: μια παλιά πεποίθηση μπορεί να είναι κεντρική για τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε σήμερα τις καταστάσεις. Η συζήτηση για το παρελθόν έχει νόημα όταν βοηθά να κατανοηθεί ο σημερινός κύκλος και να σχεδιαστούν αλλαγές. Κάθε θεραπευτικό πλάνο χρειάζεται να διαμορφώνεται μαζί με τον θεραπευόμενο.
Από τη θεωρία στην καθημερινή πράξη
Ας υποθέσουμε ότι κάποιος λαμβάνει ένα σύντομο μήνυμα από έναν φίλο: «Θα μιλήσουμε αργότερα». Αν το ερμηνεύσει αμέσως ως απόρριψη, μπορεί να νιώσει άγχος, να αποσυρθεί ή να στείλει αλλεπάλληλα μηνύματα ζητώντας εξηγήσεις. Η CBT δεν προσπαθεί να του αποδείξει ότι ο φίλος του είναι οπωσδήποτε καλοπροαίρετος. Τον προσκαλεί να αναρωτηθεί ποια στοιχεία στηρίζουν την αρχική ερμηνεία, ποιες εναλλακτικές υπάρχουν και ποια συμπεριφορά θα ήταν χρήσιμη ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα. Η αλλαγή αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αβεβαιότητας, όχι μια τεχνητή αισιοδοξία.
Μια συνηθισμένη πρακτική είναι η καταγραφή της κατάστασης, της αυτόματης σκέψης, της έντασης του συναισθήματος και της αντίδρασης. Ο θεραπευόμενος μπορεί στη συνέχεια να σχεδιάσει ένα μικρό συμπεριφορικό πείραμα. Αν φοβάται ότι θα τον απορρίψουν επειδή διαφωνεί, ίσως δοκιμάσει να εκφράσει με ήρεμο τρόπο μια διαφορετική γνώμη σε μια ασφαλή συζήτηση. Στόχος δεν είναι να προκαλέσει επίτηδες δυσάρεστα γεγονότα, αλλά να συλλέξει πληροφορίες που η αποφυγή δεν του επέτρεπε να αποκτήσει. Κάθε τέτοιο βήμα προσαρμόζεται στις δυνατότητές του.
Δεν είναι όλες οι CBT ίδιες
Ο όρος περιγράφει μια ευρεία οικογένεια παρεμβάσεων. Για την κατάθλιψη μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην επανενεργοποίηση δραστηριοτήτων και στην αντιμετώπιση της αδράνειας. Για την κοινωνική αγχώδη διαταραχή η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει δοκιμές σε κοινωνικές περιστάσεις, αναθεώρηση των αρνητικών προβλέψεων και μείωση των λεγόμενων συμπεριφορών ασφαλείας. Σε άλλες δυσκολίες, όπως οι ιδεοληψίες ή ο πανικός, χρησιμοποιούνται εξειδικευμένα πρωτόκολλα. Το ότι δύο θεραπευτές δηλώνουν πως εφαρμόζουν CBT δεν σημαίνει ότι θα προτείνουν τις ίδιες ασκήσεις σε κάθε άνθρωπο.
Η δομή βοηθά στην παρακολούθηση της προόδου, αλλά δεν πρέπει να μετατρέπεται σε άκαμπτο πρόγραμμα. Ένας θεραπευτής οφείλει να εξηγεί γιατί προτείνει μια άσκηση, να εξετάζει τις αντιρρήσεις και να επαναξιολογεί το πλάνο όταν δεν αποδίδει. Η επιτυχία δεν μετριέται μόνο από το αν μειώθηκε ένα σύμπτωμα σε μια κλίμακα. Μετρά και αν ο άνθρωπος επέστρεψε σε δραστηριότητες, αν μπορεί να αντέχει καλύτερα την αβεβαιότητα ή αν αισθάνεται ότι έχει περισσότερες επιλογές στις σχέσεις και στην εργασία του.
Τι δείχνουν οι κατευθυντήριες οδηγίες
Οι οδηγίες NICE για την κοινωνική αγχώδη διαταραχή προτείνουν ειδικά προσαρμοσμένη ατομική CBT ως αρχική ψυχολογική θεραπεία για ενηλίκους. Περιγράφουν μάλιστα διαφορετικά δομημένα μοντέλα, με ασκήσεις προσοχής, συμπεριφορικά πειράματα και δουλειά πάνω στις αρνητικές πεποιθήσεις. Οι οδηγίες NICE για την κατάθλιψη εντάσσουν επίσης την CBT ανάμεσα στις θεραπευτικές επιλογές, ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και τις προτιμήσεις του ασθενούς. Αυτό δεν ισοδυναμεί με υπόσχεση επιτυχίας για όλους: η αποτελεσματικότητα επηρεάζεται από τη διάγνωση, τη συνεργασία, τη θεραπευτική σχέση και τις πραγματικές συνθήκες ζωής.
Πριν ξεκινήσει κανείς, αξίζει να ρωτήσει αν ο επαγγελματίας έχει κατάρτιση στο συγκεκριμένο πρόβλημα, πώς θα συμφωνηθούν οι στόχοι, πώς θα αξιολογείται η πορεία και τι γίνεται αν μια τεχνική δεν βοηθήσει. Η CBT μπορεί να απαιτεί ενεργή συμμετοχή ανάμεσα στις συνεδρίες, όμως η δυσκολία ολοκλήρωσης μιας άσκησης δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προσωπικό ελάττωμα. Συχνά αποτελεί αφετηρία για μια πιο ουσιαστική συζήτηση γύρω από τα εμπόδια που αντιμετωπίζει ο θεραπευόμενος.
Διαβάστε επίσης
Διαλεκτική συμπεριφορική θεραπεία (DBT) · Θεραπεία έκθεσης · Θεραπεία αποδοχής και δέσμευσης (ACT)
Επιστημονικές πηγές και περαιτέρω ανάγνωση
Το άρθρο είναι γενική ενημέρωση και δεν αποτελεί διάγνωση ή προσωπική σύσταση θεραπείας. Για επιλογή θεραπείας απευθυνθείτε σε κατάλληλα καταρτισμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Σχετικά με τον/τη συντάκτη/τρια
Γεώργιος Μακρής
Ψυχολόγος, με σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (MSc).